Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Σκάλιζα προχθές τη βιβλιοθήκη της θείας μου και έπεσα πάνω σε ένα βιβλίο με ποιήματα της Κικής Δημουλά. Μου άρεσε πολύ ένα συγκεκριμένο ποιήμα... "Πέρασα" λέγεται... κ ειναι το εξής:

"Πέρασα

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κα΄τι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα”

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει."


Υπέροχο ποιημα...Μου άφησε μια παράξενη αίσθηση...

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.

Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.

Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.

Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.

Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.

Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;

Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.

Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Χάθηκα...Δεν ξέρω γιατί τελικά. Σταμάτησα να γράφω χωρίς να έχω κάποιο ιδιαίτερο λόγο..μάλλον μου πέσανε όλα μαζί. Όμως τώρα επέστρεψα! Και πρέπει να δώ τι έχασα όλο αυτό το διάστημα!



ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Εδώ, απέφυγες την περιπέτεια
να ξαναϋπάρχεις
κι είναι το χέρι σου μόνο
στην τετράγωνη νύχτα της φωτογραφίας.
Σαν ανάσταση σκίζει το χάρτινο σύμπαν
μονάχο κι ανεβαίνει,
σαν αίφνης
που αίρει το Λίγο του κόσμου.
Με τέσσερα επί τέσσερα ουρανό που ξεκινάει;
Αλλ’ είναι η ασφυξία των διαστάσεων
ο σπόρος των θαυμάτων.

Περιστρέφω την φωτογραφία,
γιατί προκαλεί εθισμό
η παρατεταμένη χρήση των θαυμάτων.
Εδώ μοιάζει χέρι
που κόπηκε από σώμα χορευτού
την ώρα που έλεγε Ώπα,
γιατί άλλη στροφή θα ετοίμαζε η ψυχή
κι άλλη θα μπόρεσε το σώμα.
Αντίρροπος ρυθμός που σπάζει
το μέλος
και τα μέλη.

Περιστρέφω τη φωτογραφία
Χέρι που βαδίζει
στον ήσυχο στενόμακρο Σεπτέμβρη
των πολλών και βουβών αληθειών.

Εδώ, το χέρι που θα χάραξε
ένα καλή αντάμωση
στην πρώτη πέτρα των ανθρώπων.
Ευχή που πιάνει αν φυτευτεί
σε γη φωτογραφίας μόνο.

Με μια ελάχιστη κίνηση
Το χέρι αλλάζει πάλι
Επαγγελίες αιωρήσεως.
Τώρα, όμοιο χάδι είναι ανοδικό
Στα μακρινά μαλλιά μιας μνήμης.

Αχ, τι θα τις κάνει τόσες ομοιότητες
Για αυτόν τον ένα κόσμο;

Αφήνω τη φωτογραφία να πέσει.
Και το χέρι σου μένει
παλάμη ανεστραμμένη
σε κάποια χειρομάντισσα νεφέλη,
που το διαβάζει:
Μαζί του δεν βλέπει να μας δένει
καμία συνεργασία στα βάρη.
Μαζί δεν θα σηκώσουμε
μήτε νεκρόν από κάτω
μήτε λουλούδι.

-Κική Δημουλά

Recent Comments